ἑστιατικός

ἑστιᾱτ-ικός, ή, όν,
A convivial,

ἐπιπλοκαί Antip.Stoic.3.254

.
II Subst. -ικόν, τό, fund for public banquets at Delos, Inscr.Délos 320B77 (iii B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εστιατικός — ἑστιατικός, ή, όν (Α) 1. αυτός που ανήκει στο συμπόσιο, ο συμποσιακός 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑστιατικὸν ποσό χρημάτων που προοριζόταν για δημόσια έργα στη Δήλο 3. αυτός που ανήκει στην Εστία, αγνός, παρθένος …   Dictionary of Greek

  • ιστιατικός — ἱστιατικός, ή, όν, (Α) ιων. τ. εστιατικός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. παράλλ. τ. τού ἑστιατικός*. Για την ερμηνεία τού ἱ βλ. λ. εστία] …   Dictionary of Greek

  • εστιακός — ή, ό (Α ἑστιακὸς και ἑστιατικός, ή, όν) [εστία] αυτός που αναφέρεται στην εστία νεοελλ. 1. μαθ. «εστιακή απόσταση» η απόσταση μεταξύ δύο εστιών μιας κωνικής τομής 2. φυσ. αυτός που αναφέρεται στις εστίες τών κατόπτρων και τών φακών (α. «εστιακή… …   Dictionary of Greek

  • ἑστιατικάς — ἑστιατικά̱ς , ἑστιατικός convivial fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.